Μνήμη: Νίκου Κωνσταντινίδη του Αθανασίου

0
1629

Της Νόρας Κωνσταντινίδου


 

Περίπου σαν σήμερα, την 4η Απριλίου 2017, τον τέταρτο μήνα στη σειρά του μηνιαίου κύκλου που κυοφορεί την Άνοιξη, ο Φιλόλογος, Ιστορικός, Συγγραφέας, Δοκιμιογράφος, Ποιητής, ο Εραστής της Δράμας, ο Νικόλαος με το βαπτιστικό του όνομα σε χρήση, έκλεισε τα μάτια του αποχαιρετώντας τη ζωή για πάντα.
Ο Εραστής της Δράμας, όπως χαρακτηριστικά φίλος του επιστήθιος δημόσια τον αποκάλεσε με όλο το δίκαιο με το μέρος του, καθότι από τις δεκάδες ποιητικές συλλογές που έχει εκδώσει ο Νίκος Κωνσταντινίδης, η Δράμα και οι Δραμινοί αποτέλεσαν μεγάλο μέρος της θεματολογίας του, χωρίς να γίνεται φειδωλός για τον γενέθλιο τόπο στο υπόλοιπο των δημοσιεύσεών του στον πεζό λόγο. Παράλληλα η παραδοχή, ο θαυμασμός, η διάχυση της ποίησης του στο λαό της Δράμας γίνηκε σταδιακά, παρόμοια με τον εξαρχής αργόσυρτο ρυθμό, όπως κινούνται όλα τα πρωτόβγαλτα στην επαρχία.
Αναγνωρίσιμη, πρόσφορη και επαινετή υπήρξε η παρουσία του στο ετήσιο ημερολόγιο που σε κοινή συνεργασία συνέθεσαν κι άλλοι Δραμινοί δημιουργοί. Κατέθεσαν τον λόγο τους, ως και την ποιητική αλήθειά τους παρουσιάζοντας ένα ημερολόγιο που συζητήθηκε κι έμεινε στα «τιμαλφή» των νοικοκυραίων. Η «αλήθεια ενώνει», το αληθινό δεν αφήνει αδιάφορο κανένα.
Ο «Φωτισμός της αλήθειας» σίγουρα αποτέλεσε το μέγα κεφάλαιο συσπείρωσης του λαού ως σε αναγεννώμενη αγκαλιά στην πόλη μας με δεδομένη την πανσπερμία των προσφύγων της. Ισότιμα γεύθηκαν όλοι τη φτώχια με αλλοπαρμένο το νου προς τη φυγή ή την προσαρμογή κι ο ποιητής συμμέτοχος στιχοπλοκεί:

ΔΡΑΜΑ
«Κάθε τόσο ξαναγυρίζω εκεί,
ας ρίχνουν πέτρα οι άλλοι πίσω τους
κι ας τη μισούν για την αδράνεια και τη λάσπη της.
Εγώ την αγαπώ για την επίμονη βροχή της,
για τα νεκρά της καπνομάγαζα,
για τα σοκάκια τα στενά με τις ροδιές.
……………………………………
Εγώ την αγαπώ, ξαναγυρίζω εκεί,
πίνω από της πλήξης το βαρέλι, και μεθώ».

Έτσι γράφει τον πρώτο καιρό. Αργότερα και ενώ τα χρόνια περνούν αντιπαραβάλλει απέναντι στο μαύρο καπνό των Τρένων που φεύγανε για τη Γερμανία (η Δράμα και η περιοχή της έδωσε συγκριτικά το μεγαλύτερο αριθμό μεταναστών) στίχους χωρίς ντοπιολαλιές, για να καταστήσει τη νοσταλγία αφανέρωτη. Τόσο μόνο. Γιατί η ποίηση είναι ζωντανή και δεν ξεγελιέται. Διαβάζει Ανδρέα Κάλβο και στα μεστά χρόνια του συγκινείται με τους στίχους του που τον αντιπροσωπεύουν: Ο θάνατος γυροφέρνει στην οικογένεια και ο ίδιος μόνος του παρηγορείται:

«Ο ήλιος κυκλοδίωκτος,
ως αράχνη μ’ εδίπλωνε
και με φως και με θάνατον
ακαταπαύστως».

Πλησιέστερα προς το τέλος της ζωής του ο Νίκος Κωνσταντινίδης ντύθηκε με το πένθος και το μανδύα της ιεραποστολής. Όχι με την εφαρμογή που υπαγόρευε η ακουστική έννοια της ηχερής λέξης, αλλά με τη σιγαλή ηχώ της Μουσικής. Με τη Μουσική εξάλλου έτρεφε τις καλύτερες των σχέσεων. Ο πατέρας του Αθανάσιος, εξαίρετος Πρωτοψάλτης στην ιερά Μητρόπολη Δράμας προσέφερε στον κατάμεστο πλήθος του κυρίως Ναού των «Εισοδίων της Υπεραγίας Θεοτόκου» στα πονεμένα χρόνια (που να πάνε και να μην ξανάρθουν) ψυχής ανάταση. Τον θυμάται όλο και συχνότερα με εκείνη τη θεσπέσια φωνή στο αναλόγιο με τους ψαλμούς ενδεδυμένους με Βυζαντινή Μουσική να τα χρωματίζει στο στόμα του. Σε ώρες που αποζητούσε την ομοψυχία στο πυκνό εκκλησίασμα ψιθύριζε αποξεχασμένες νουθεσίες του Κάλβου, που καλά ο πατέρας τις γνώριζε:

Εδώ σίγα˙ κοιμώνται
των Αγίων τα λείψανα˙
Σίγα εδώ, μη ταράξης
την ιεράν ανάπαυσιν
των τεθνιμένων.

Με αυτά και από αυτές τις μνήμες που συχνά τις αναπολεί ο Νίκος Κωσταντινίδης αγάπησε τον ελληνικό λόγο και μαζί θαύμασε και τίμησε πανάξιους ανθρώπους στην πόλη της Δράμας. Όταν έβγαινε και μοίραζε σε φίλους και γνωστούς τα έντυπα με την ποίησή του ταυτόχρονα έδειχνε και τις επιλογές του. Αναζητούσε αφορμή για να προσφέρει με τη δική του στάση την ιδιότυπη αγάπη του. Με ένα είδος ακαταμάχητης πρόκλησης, πρωτοστάτησε και παρουσίασε ένα ξεχωριστό αφιέρωμα προς τον πασίγνωστο Έλληνα συνθέτη, στιχουργό και πιανίστα που για χρόνια πολλά θαύμαζε. Τον αξέχαστο Αττίκ ενοείται, τον Κλέωνα Τριανταφύλλου για τους λίγους. Η φρόνιμη, αλλά εσώψυχη απολογία του ποιητή και εραστή της Δράμας (ο φιλόλογος καθηγητής ο Νίκος Κωνσταντινίδης) τίμησε περίτρανα τα 200 ελληνικά τραγούδια που έγραψε ο Αττίκ. Η σιωπή που κοντά στο τέλος της ζωής του προέκυψε, ανέκυψε το περισσότερο από εκτίμηση των προβλημάτων της υγείας του. Η μετά την αποδημία του η άκρα του τάφου σιγή κυριάρχησε, αμέσως μετά το τέλος των ταφικών εθίμων που τον συνόδευσαν τελεσίδικα.
Για τον τεθνημένο της Δράμας που μας αποχαιρέτησε, μόνος του έγραψε αμέσως μετά το τέλος της Ονειρούπολης (Τρίτη 12 Ιανουαρίου 2016) το ποίημα «Βραδυνό του χειμώνα»:

Παγερό βραδινό.
Βαδίζω στους έρημους δρόμους
της μικρής μας πόλης.
Πρέπει στην κορυφή του Φαλακρού να χιονίζει.
Σταματώ, κοιτάζω γύρω, πίσω, μπρος
ψυχή δε φαίνεται στους άδειους δρόμους.

Ο μόνος που παρέμεινε στους άδειους δρόμους ήταν ο ποιητής μας. Ας ελπίσουμε πως η αιώνια μνήμη του, όσο τον μνημονεύουμε θα παραμένει ζωντανή και θα συνοδεύει τη ζήση μας.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ