«Τα λόγια πετούν. Τα γραπτά μένουν». Με γυναικεία σιωπή, με τολμηρή γραφή έζησε 91 χρόνια η Αμαλία Μεγαπάνου

0
614

Της Νόρας Κωνσταντινίδου

Γνωστή και συχνά επαναλαμβανόμενη είναι η λατινική ρήση «Verba volant. Scripta manent», που σημαίνει: «Τα λόγια πετούν. Τα γραπτά μένουν». Με το «έπεα πτερόεντα» (=λόγια του αέρα, αερολογίες), ερμηνεύεται το πρώτο μέρος του αποφθέγματος. Στο δεύτερο μέρος ανήκει η φράση «Τα γραπτά μένουν». Δηλώνεται απλά πως τα γραπτά αντέχουν στο χρόνο. Παραμένουν πρόσφορα στη χρήση, μένουν αναλλοίωτα στη φθορά, ενώ κερδίζουν την αιωνιότητα αρκετές φορές. Η κατανόηση των δυο παραπάνω αντιφατικών γνωμικών γίνηκε πυξίδα πλεύσης στη ζωή της αξέχαστης Αμαλίας Μεγαπάνου. Στα 91 χρόνια της τίμησε τη γυναικεία σιωπή, καθώς κατά Σοφοκλή «γυναιξί κόσμον η σιγή φέρει». Αλλά και με τόλμη (πολύ κοντά στην ευθυκρισία) καθόρισε τα συναισθήματά της.
Στη γραφή της πρώτης Κυρίας της Ελλάδας, της Αμαλίας Μεγαπάνου, έμμεσα αναγνωρίσθηκε η αρρενωπότητα που χρήζει στα κείμενα. Στα λόγια και τη γραφή της προτιμά μιλώντας με την οξυδερκή Μαρία Θερμού να αναφέρεται στον Φίλιππο Β’ της Μακεδονίας. Τον εκθειάζει («από το σχολείο τον θαύμαζα» λέει υπενθυμίζοντας τους αγώνες που έδωσε, για να κερδίσει τις δύο ψήφους από τους Αμφικτύωνες των Δελφών), ενώ φανερώνει τις επιφυλάξεις της για τον άγουρο υιό των δεκαεφτά χρόνων, τον Μεγάλο Αλέξανδρο. Πρόσφατα στη σύντομη νεκρολογία που της έχει απευθύνει ο Πρωθυπουργός της Ελλάδας Κυριάκος Μητσοτάκης την ημέρα της αποδημίας της, ακούστηκε μεταξύ των άλλων η πρόταση: «Μια άξια Ελληνίδα που επί χρόνια υπηρέτησε τα γράμματα και μελέτησε τον λαϊκό μας πολιτισμό δεν είναι πια κοντά μας». Εμφανώς γίνεται αναφορά στο κεφάλαιο της προσφοράς της στα γράμματα, ενώ εξυπακούεται η απόρριψη από μέρους της του δημόσιου λόγου με τις ομιλίες και τις συνεντεύξεις της. Ο γραπτός λόγος την ενδιέφερε, αν και καθυστερημένα, αφού μόλις το 1981 σε ηλικία 50 χρόνων άφησε την πένα της να κυλήσει πάνω σε λευκό χαρτί και όχι λίγες φορές απέδωσε ολοκληρωμένα διηγήματά της τυπωμένα σε βιβλία με την υπογραφή της στη διακίνηση:
Η Αμαλία Μεγαπάνου εμφανίσθηκε στα ελληνικά γράμματα με την πρώτη δουλειά της συντιθέμενη σε βιβλίο: «Σχέδια ελληνικών κεντημάτων» η συνολική διατύπωση του τίτλου, που δώρισε στο Μουσείο Μπενάκη. Ακολούθησε το 1982 η συγγραφή και η έκδοση του βιβλίου της «Το παιδί της μάνας μου». Μπορεί να πει κανείς άνετα πως καθυστερημένα ξεκίνησε να γράψει σε σχέση με τη «λάβρα» που έκρυβε μέσα της. Αποδείχθηκε, στηριζόμενη στην ευφυΐα και τις γνώσεις της, πως ήταν πετυχημένη η επιλογή της. Η καταφυγή της στο γράψιμο «χώρισε τη ζωή της στα δύο», όπως γράφτηκε έξυπνα από δεξιοτέχνες βιογραφιών. Με τον γραπτό της λόγο φανέρωσε τον πνευματικό, εσώτερο πλούτο της. Έγραψε σημαδιακά από το 1980 ως το 2020. Στρογγυλές οι ημερομηνίες, όπως στρογγυλά καθαρά και παστρευμένα τιμά το απόφθεγμα «τα γραπτά μένουν». Απαντά εξομολογητικά στην κυρία Θερμού: «Πάντα μου άρεσε να γράφω. Αν ξέρω κάτι, θέλω να το μεταδώσω στους άλλους. Αν μπορώ να βοηθήσω κάπου, θέλω να το κάνω».
Έγραψε συνολικά σαράντα χρόνια, κάνοντας αρχή από τον δεύτερο γάμο της με τον μαιευτήρα Επαμεινώνδα (Νώντα) Μεγαπάνου. Ως την ηλικία των 91 χρόνων έγραφε. Συνέχισε να γράφει ακόμη και στον πλησιέστερο χρόνο προς την ημερομηνία του θανάτου της. Νηφάλια εξέθεσε σε γραπτό λόγο τις τελευταίες επιλογές της ως προς την ταφή της. Η επιθυμία της να ταφεί στον οικογενειακό τάφο των Κανελλόπουλων, όπου βρισκόταν και ο παππούς Δημήτριος Γούναρης, ήταν ανέκκλητη. Τον γνώρισε μέσα από φωτογραφίες. Αλλά, όσο κι αν αυτό ξεφεύγει από τα συνηθισμένα, ο νεκρός, καταδικασμένος σε αιώνια νεκρική σιωπή, πέτυχε να συσπειρώσει την οικογένεια, να βρίσκονται κοντά του, ολόγυρά του να τον κρατούν συντροφιά μετά θάνατον και, το σπουδαιότερο, να αποτελεί κέντρο αναφοράς στις συζητήσεις των ζώντων εξακολουθητικά. Αποτέλεσε παράδειγμα προς μίμηση.
Καρδιακή φίλη της (επιστήθια θα λέγαμε), πιστή συντροφιά της στα χρόνια της φυγής τους στη Δύση, με συγκίνηση αναφέρεται στην αγαθοεργό τάση της Αμαλίας Μεγαπάνου που έλεγε, σαν να ήταν υποχρεωμένη να απολογείται: «Αν μπορώ να βοηθήσω κάπου, θέλω να το κάνω». Αυτό το κάπου παίρνει σάρκα και οστά, όταν γίνεται γνωστό πως παρέμεινε ως το τέλος της ζωής της συνδρομήτρια στο Μέγαρο Μουσικής νωρίτερα από την έναρξη της λειτουργίας του. Φιλότεχνος από τη φύση της συνέβαλε στη διάκοσμο με βιτρώ στα υαλοστάσια του Βαπτιστηρίου στους Φιλίππους. Συνέδραμε με την αγάπη της στα έργα τέχνης της φίλης της Μερόπη Πρέκα για τη δημιουργία των «ολοζώντανων» βιτρώ με τη σπάνια τεχνική και καλλιέπεια που αποπνέουν οι ολόσωμες εικόνες των αγίων. Η ζωή της όλη γίνεται καθρέφτης απέναντι στη γυναικεία σιωπή, προτάσσει την αρρενωπή πρακτική, τη δύναμη. Η παραπάνω φίλη της, που την έζησε από κοντά, την αγάπησε πολύ και τιμά σιωπηρά τη μνήμη της. Γνωρίζει πως αγαπήθηκε το ίδιο πολύ από την ίδια την «πάντα λαλουμένη Αμαλία Μεγαπάνου», δεν της μίλησε ποτέ για τις αγαθοεργίες της. Τύχη όμως αγαθή συνέτρεξε στο να δει τα υπέροχα κεντίδια της Αμαλίας Μεγαπάνου από τον εξοπλισμό του νοικοκυριού της εκτεθειμένα στο παζάρι που στήθηκε ύστερα από τη δωρεά της και την πρότασή της στα γραφεία της Εταιρείας ΕΛΕΠΑΠ, για τα σπαστικά παιδιά που φιλοξενούνται στο ίδρυμα.
Από αφορμή του ογκώδους λεξικού που έγραψε με όλα τα ονόματα της αρχαίας ελληνικής γραμματείας «Μυθολογικά και Ιστορικά», 21.625 στον αριθμό, άγγιξε την έκπληξη. Κατέφυγε στις εκδόσεις Έναστρον και στο Μουσείο Μπενάκη και κέρδισε την εκτυπωτική καλλιέπεια. Ύστερα μίλησε με την καταξιωμένη δημοσιογράφο Μαρία Θερμού, στην οποία με διάθεση εξομολογήσεως κατέθεσε μπροστά από 14 χρόνια (2006), τα παρακάτω: «Δεν θα γράψω ποτέ για μένα». Την ίδια στιγμή επιβεβαίωνε: «Πάντα μου άρεσε να γράφω. Αν ξέρω κάτι, θέλω να το μεταδώσω στους άλλους».
Για το βιβλίο «γίγαντας» με τις 1.136 σελίδες και με περισσότερα από 12.500 ονόματα στην κυκλοφορία, η συγγραφέας του Αμαλία Μεγαπάνου ξόδιασε 12 χρόνια από τη ζωή της γράφοντας καθημερινά από τις 8:30 το πρωί ως τις 4:30 το απόγευμα. Δεν είναι ακριβώς λεξικό, έστω κι αν είναι ένα πλήρες λημματολόγιο. Με οποιαδήποτε εκτίμηση το περιεχόμενό του είναι απαραίτητο ως ουσιαστική γνώση. Μπορεί να προσμετρηθεί ως τράπεζα δεδομένων, με εκδότη το Μουσείο Μπενάκη και με τον γενικό τίτλο «Πρόσωπα και άλλα κύρια ονόματα (μυθολογικά, ιστορικά) έως τον 1ο μ.Χ. αιώνα της αρχαίας ελληνικής γραμματείας», αποτελεί αναμφίβολα θησαυροφυλάκιο.
Η φανερή επιδίωξη της συγγραφέως να σηματοδοτήσει ως τη λήξη του πολυσέλιδου βιβλίου της υποδεικνύει τον ανύσταγο προσανατολισμό της να συμπεριλάβει την ΚΑΛΛΙΣΤΗ, την Αγία Λυδία τη Φιλιπισσία στο ανθολόγιο του τέλους της ζωής της.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here