Μεταγευματική λιπαιμία

του Αχιλλέα Παπαδόπουλου, Ειδικού Καρδιολόγου

0
85

Η μεταγευματική λιπαιμία αναφέρεται στις δυναμικές αλλαγές των λιπιδίων και των λιποπρωτεϊνών του ορού (κυρίως των τριγλυκεριδίων) που λαμβάνουν χώρα μετά από φόρτιση λίπους ή μετά από γεύμα.
Πρόσφατα στοιχεία δείχνουν ότι τα μεταγευματικά ή τα τριγλυκερίδια που προσδιορίζονται χωρίς να έχει προηγηθεί περίοδος νηστείας παρέχουν καλύτερη πρόγνωση των καρδιαγγειακών παθήσεων, προτείνοντας ότι ο αποτελεσματικότερος μεταγευματικός χειρισμός αυτών των παραγόντων θα βοηθήσει στην αιτιοπαθογένεια αυτών των παθήσεων.
Παρ’ όλα αυτά χρειάζονται επιπρόσθετα αποτελέσματα από τυχαιοποιημένες μελέτες για να καθιερώσουν τα οφέλη της θεραπείας της υπερτριγλυκεριδαιμίας. Παρακάτω αναλύονται οι μεταγευματικοί παθοφυσιολογικοί μηχανισμοί που προάγουν τις αγγειακές παθήσεις, ο ρόλος της μεταγευματικής λιπαιμίας και οι δράσεις των τροποποιήσιμων και μη τροποποιήσιμων παραγόντων κινδύνου για καρδιαγγειακά νοσήματα στη μεταγευματική λιπαιμία.
Όπως είναι γνωστό τα τριγλυκερίδια είναι συστατικά των κυκλοφορούντων λιποπρωτεϊνών. Ο μεταβολισμός τους θα πρέπει να συζητηθεί σε συσχέτιση με τον μεταβολισμό των πλούσιων σε τριγλυκερίδια λιποπρωτεϊνών, ειδικότερα τη μεταγευματική περίοδο, τότε δηλαδή που λαμβάνουν χώρα οι κυριότερες μεταβολές των παραπάνω.
Η κατανάλωση τροφής έχει σαν συνέπεια την απορρόφηση και την ενσωμάτωση των μακρών αλύσων των λιπαρών οξέων και της χοληστερίνης στα πλούσια σε τριγλυκερίδια χυλομικρά (ΧΜ) του εντέρου, τα οποία εισέρχονται στην κυκλοφορία μέσω του λεμφικού συστήματος και του θωρακικού πόρου. Τα ΧΜ έπειτα υδρολύονται από την λιποπρωτεϊνική λιπάση σε λιπαρά οξέα, τα οποία αποθηκεύονται στον λιπώδη ιστό ή υδρολύονται στους μυείς, με αποτέλεσμα τη δημιουργία υπολειμμάτων των χυλομικρών (chylomicron remnants). Οι εστέρες της χοληστερόλης μεταφέρονται από τις υψηλής πυκνότητας λιποπρωτεΐνες (high density lipoprotein, HDL) στα υπολείμματα ΧΜ με τις πρωτεΐνες μεταφοράς των εστέρων χοληστερόλης (cholesterol ester transfer protein, CETP), αντικαθιστώντας προοδευτικά στα υπολείμματα των ΧΜ τα τριγκερίδια με χοληστερόλη. Τα υπολείμματα των ΧΜ προσλαμβάνονται από το ήπαρ μέσω των κατάλληλων υποδοχέων, οι οποίοι είναι κυρίως LDL (low density lipoprotein (LDL) υποδοχείς (LDL-R) και LDL receptor-related protein (LDL-LRP). Με τον τρόπο αυτό το ήπαρ προσλαμβάνει τα διαιτητικά λιπαρά οξέα και τα λιπαρά οξέα που συνθέτονται de novo και τα χρησιμοποιεί για την σύνθεση των τριγλυκεριδίων, τα οποία και ενσωματώνει στις πολύ χαμηλής πυκνότητας λιποπρωτεΐνες (very low density lipoproteins, VLDL). Τα τριγλυκερίδια των VLDL υδρολύονται από τη λιποπρωτεϊνική λιπάση δημιουργώντας υπολείμματα VLDL (VLDL remnants, VLDLR).
Έτσι τα τριγλυκερίδια μεταφέρονται στην κυκλοφορία από τις πλούσιες σε τριγλυκερίδια λιποπρωτεΐνες, από τα ΧΜ και τις VLDL και τα υπολείμματα αυτών. Μεταγευματικά, τα ΧΜ και οι VLDL που πρόσφατα δημιουργήθηκαν παίρνουν διάμεσες μορφές των τελικών τους υπολειμμάτων. Ειδικότερα, στα υγιή άτομα οι δυναμικές μεταγευματικές αλλαγές που λαμβάνουν χώρα έως και 4-6 ώρες μετά το γεύμα οδηγούν σταδιακά σε μια σταθερή συνθήκη στην οποία δεν ανιχνεύονται ΧΜ καθώς επίσης και τα επίπεδα των VLDL, των υπολειμμάτων των ΧΜ και των υπολειμμάτων των VLDL είναι χαμηλότερα των αρχικών τιμών. Στα άτομα με υπερλιπιδαιμία, οι μεταγευματικές αλλαγές είναι εντονότερες και διαρκούν περισσότερο.
Η υπερτριγλυκεριδαιμία, 12 ώρες μετά από νηστεία, είναι η συνέπεια της παθολογικής μεταγευματικής ρύθμισης των τριγλυκεριδίων. Ανάλογα με την υπεύθυνη αιτία οι τιμές των τριγλυκεριδίων διαφέρουν τόσο σε κατάσταση νηστείας όσο και μεταγευματικά. Όταν συσσωρεύονται τα ΧΜ και τα VLDL ως αποτέλεσμα της ελλειμματικής υδρόλυσης των τριγλυκεριδίων, παρουσιάζεται μετρία-σοβαρής βαρύτητας υπερτριγλυκεριδαιμία με αυξημένο κίνδυνο για παγκρεατίτιδα. Όταν όμως συσσωρεύονται υπολείμματα σαν συνέπεια της ελλειμματικής πρόσληψης αυτών από το ήπαρ, η υπερτριγλυκεριδαιμία είναι λιγότερο σοβαρή αλλά συνδυάζεται συνήθως με υπερχοληστερολαιμία αντικατοπτρίζοντας την αυξημένη παρουσία χοληστερόλης στα παραπάνω υπολείμματα. Αυτός ο τύπος δυσλιπιδαιμίας θεωρείται πιο αθηρογόνος.

Μεταγευματική Λιπαιμία
Η μόνη παράμετρος από το λιπιδαιμικό προφίλ που μεταβάλλεται σημαντικά μεταγευματικά είναι οι τιμές των τριγλυκεριδίων. Οι υπόλοιπες τιμές όπως της ολικής χοληστερόλης, της LDL χοληστερόλης, της HDL χοληστερόλης παρουσιάζουν μικρή ή καθόλου μεταβολή. Αυτό ισχύει και στα υγιή και στα υπερλιπιδαιμικά άτομα. Επιπρόσθετα μεταγευματικά παρουσιάζονται δυναμικές αλλαγές στη σύσταση όλων των ομάδων των λιποπρωτεϊνών του ορού, καταδεικνύοντας έτσι τη συνάφεια-σχετικότητα όλων των λιποπρωτεϊνών στη γένεση των αγγειακών παθήσεων και όχι μόνο την αποκλειστική συσχέτιση των τριγλυκεριδίων με την γένεση των παραπάνω. Επιπρόσθετα η προ-αθηρογόνος μεταγευματική κατάσταση εκτίνεται πέρα από τις λιποπρωτεΐνες και σε άλλους μηχανισμούς.
Παρόλο που έχει γίνει εκτενής συζήτηση σχετικά με το ότι οι τιμές των τριγλυκεριδίων είναι ανεξάρτητος παράγοντας κινδύνου για την πρόκληση αγγειακών παθήσεων, παρ’ αυτά πρέπει να λάβουμε υπόψιν μας ότι τα τριγλυκερίδια είναι μόνο ένας δείκτης.

Μεταγευματική Λιπαιμία και Παράγοντες Κινδύνου                                                         Η μεταγευματική απάντηση στο διατροφικό λίπος δεν είναι ένα ομοιογενές φαινόμενο. Μερικοί από τους παράγοντες κινδύνου για καρδιαγγειακές παθήσεις οι οποίοι επηρεάζουν την μεταγευματική απάντηση στο διατροφικό λίπος είναι:

Η ηλικία
Είναι γνωστό από ετών ότι η ηλικία συσχετίζεται με την μεταγευματική λιπαιμία. Ωστόσο, οι Perez-Caballero και συνεργάτες περιέγραψαν ότι υγιή άτομα μεγαλύτερα από 65 ετών δεν παρουσιάζουν υψηλότερη μεταγευματική λιπαιμία σε σχέση με τα νεότερα άτομα.

Το Φύλοκαι η Εμμηνόπαυση
Σημαντικές διαφορές ανάμεσα στα δυο φύλα έχουν παρατηρηθεί σχετικά με την απάντηση των μεταγευματικών τριγλυκεριδίων μετά από φόρτιση λίπους. Ωστόσο, δεν βρέθηκαν διαφορές ανάμεσα στα δυο φύλα όταν η εναπόθεση του σπλαχνικού λίπους είναι παρόμοια. Η ερευνητική μας ομάδα έχει μελετήσει την επίδραση του πολυμορφισμού του CETP γονιδίου στο φύλο και τη μεταγευματική λιπαιμία και βρήκε διαφορές ανάμεσα στα δύο φύλα.

Παχυσαρκία, Αρτηριακή Υπέρταση, Μεταβολικό Σύνδρομο, Σακχαρώδης Διαβήτης
Εντονότερη αύξηση των μεταγευματικών τριγλυκεριδίων παρατηρείται στην παχυσαρκία, στην αρτηριακή υπέρταση, στο μεταβολικό σύνδρομο και στο σακχαρώδη διαβήτη. Συμφώνα με τα δικά μας ευρήματα η υπέρταση σχετίζεται με παθολογική μεταγευματική λιπαιμία, γεγονός που επιβαρύνει την πρόγνωση των υπερτασικών ασθενών. Το μεταβολικό σύνδρομο σχετίζεται με τη μεταγευματική λιπαιμία με την κοιλιακή παχυσαρκία και με τα αυξημένα επίπεδα τριγλυκερίδια νηστείας.

Το Κάπνισμα
Οι καπνιστές παρουσιάζουν παθολογική μεταγευματική λιπαιμία. Αυτό οφείλεται στη μειωμένη κάθαρση των ΧΜ και των υπολειμμάτων αυτών. Οι Bloomer και συνεργάτες παρατήρησαν ότι οι καπνιστές παρουσιάζουν αυξημένες τιμές των τριγλυκεριδίων και οξειδωτικού στρες μετά από λιπαρό γεύμα σε σχέση με τους μη καπνιστές.

Η Καθιστική Ζωή
Εδώ και μερικές δεκαετίες έχει παρατηρηθεί ότι η κάθαρση των τριγλυκεριδίων μετά από ενδοφλέβια έγχυση λίπος είναι ταχύτερη στους δρομείς από ότι στα άτομα που ζουν καθιστική ζωή. Αντιθέτως, οι Gabriel και συνεργάτες αναφέρουν ότι το έντονο περπάτημα για 30 λεπτά βελτιώνει τη μεταγευματική τιμή των τριγλυκεριδίων που παρατηρείται μετά από ένα πλούσιο σε λιπαρά γευμα.

Μεταγευματική Λιπαιμία και Αυξημένος Κίνδυνος για Αγγειακά Νοσήματα
Από το 1950 είναι γνωστή η σχέση της μεταγευματικής λιπαιμίας και της ΣΝ. Ο Zilversmit έδειξε ότι τα υπολείμματα των ΧΜ παίζουν σημαντικό ρόλο στην αθηρογένεση. Σε μια προοδευτική μελέτη 13.000 ατόμων και 26-31 έτη παρακολούθησης, παρατηρήθηκε ότι αν τα ΤΓΛ νηστείας είναι υψηλότερα από 445 mg/dl σε σχέση με το να είναι χαμηλότερα από 85mg/dl παρουσιάζουν: 17πλασιο σε σχέση με 5πλασιο κίνδυνο για έμφραγμα του μυοκαρδίου και 4πλασιο σε σχέση με 2πλασιο κίνδυνο για πρόωρο θανατο. Παρόμοια αποτελέσματα φανήκαν και από μια μετανάλυση 300.000 ατόμων και σε διαφορετικούς από ευρωπαϊκούς πληθυσμούς ασθενών και αποκλειστικά σε πληθυσμούς γυναικών. Οι Uiterwaal και συνεργάτες αναφέρουν ότι οι απόγονοι από γονείς με ΣΝ έχουν παρατεταμένη μεταγευματική υπερτριγλυκεριδαιμία.
Στις μέρες μας είναι επιβεβαιωμένη η συσχέτιση των τιμών των μεταγευματικών τριγλυκεριδίων και των παθήσεων των αγγείων. Είναι επίσης γνωστοί και οι μηχανισμοί που εμπλέκονται στην αιτιοπαθογένεια αυτή. Έτσι οι τιμές των τριγλυκεριδίων μπορούν να χρησιμοποιηθούν σαν δείκτης τόσο της υπερτριγλυκεριδαιμίας όσο και σαν δείκτης των αθηρογόνων διεργασιών που αναλύθηκαν παραπάνω.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here